51 αποτελέσματα για «冠»
冠 かんむり N2
ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα
- 01 παραδοσιακό κάλυμμα κεφαλής που φορούν οι ιερείς Σίντο και οι αυλικοί
- 02 στέμμα, διάδημα, μικρή κορώνα
- 03 ριζικό στην κορυφή του κάντζι
- 04 πρώτος στίχος χαϊκάι, κ.λπ.
- 05 ο καλύτερος, αξεπέραστος, πρώτος
- 06 όνομα, τίτλος, ονομαστική χορηγία προγράμματος, εκδήλωσης, ομάδας, κ.λπ.
- 07 αριθμητικό για τίτλους
冠 かぶり
ουσιαστικό
- 01 τάξη, βαθμός
冠する かんする
ρήμα
- 01 στέφω, επιστέφω
- 02 προτάσσω, ξεκινώ με
冠婚葬祭 かんこんそうさい
ουσιαστικό
- 01 σημαντικές τελετουργικές περιστάσεις στις οικογενειακές σχέσεις
冠動脈 かんどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 στεφανιαία αρτηρία
冠水 かんすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καλύπτομαι από νερό (δηλαδή σε πλημμύρα), βυθίζομαι, κατακλύζομαι, πλημμυρίζω
冠位 かんい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα κατάταξης αξιωμάτων στην αυλή με βάση το χρώμα της κόμμωσης
冠木門 かぶきもん
ουσιαστικό
- 01 πύλη με εγκάρσια δοκό
冠絶 かんぜつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μοναδικός, αξεπέραστος, κορυφαίος στην κατάταξη
冠番組 かんむりばんぐみ
ουσιαστικό
- 01 εκπομπή με το όνομα του πρωταγωνιστή, τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα που φέρει το όνομα του κύριου παρουσιαστή ή ενός χορηγού
冠詞 かんし
ουσιαστικό
- 01 άρθρο
冠雪 かんせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χιονοκάλυψη (ειδικά σε βουνό), χιονοσκέπαστη κορυφή, κάλυψη με χιόνι
冠羽 かんう
ουσιαστικό
- 01 λοφίο πτηνού
冠す かんす
ρήμα
- 01 στεφανώνω, βάζω στέμμα
- 02 προτάσσω, ξεκινώ με, αρχίζω με
冠位十二階 かんいじゅうにかい
ουσιαστικό
- 01 το πρώτο σύστημα κατάταξης αξιωματούχων σε 12 βαθμίδες (603 μ.Χ.), γνωστό ως Κάνι Τζουνικάι
冠毛 かんもう
ουσιαστικό
- 01 παπύς
冠状動脈 かんじょうどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 στεφανιαία αρτηρία
冠状 かんじょう
ουσιαστικό
- 01 στεφανιαίος, στεφανωτός
冠動脈バイパス手術 かんどうみゃくバイパスしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, εγχείρηση bypass, παράκαμψη στεφανιαίας αρτηρίας
冠動脈疾患 かんどうみゃくしっかん
ουσιαστικό
- 01 στεφανιαία νόσος, στεφανιαία καρδιοπάθεια