12 αποτελέσματα για «凌»

凌ぐ しのぐ N1

ρήμα

  1. 01 υπομένω, αντιμετωπίζω (π.χ. βροχή), αποφεύγω (π.χ. λιμό)
  2. 02 ξεπερνώ δυσκολίες, υπερνικώ, επιβιώνω
  3. 03 ξεπερνώ, υπερέχω, υπερβαίνω, επισκιάζω, αψηφώ, υποτιμώ
凌駕 りょうが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ, υπερκαλύπτω
凌ぎ しのぎ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 αντοχή, υπέρβαση, επιβίωση
  2. 02 φαγητό που προσφέρεται στους παρευρισκόμενους σε κηδεία
凌雲 りょううん

ουσιαστικό

  1. 01 ουρανομήκης, πολύ ψηλός, πάνω από τα σύννεφα, υπερκόσμιος
凌遅 りょうち

ουσιαστικό

  1. 01 λιονγκ τσι, αργός θάνατος με χίλιες τομές, αργό βασανιστήριο μέσω του τεμαχισμού μελών του σώματος
凌霄 りょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καμψίς η μεγανθή (φυτό της οικογένειας Bignoniaceae)
凌霄花 のうぜんかずら

ουσιαστικό

  1. 01 αμερικανική τρομπέτα (Campsis grandiflora)
凌ぎ場 しのぎば

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο
凌波性 りょうはせい

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα πλοήγησης σε κυματισμό
凌霄葉蓮 のうぜんはれん

ουσιαστικό

  1. 01 νεροκάρδαμο (Tropaeolum majus)
凌遅刑 りょうちけい

ουσιαστικό

  1. 01 λιονγκ-τσι (μορφή βασανιστηρίου και εκτέλεσης που χρησιμοποιούνταν στην Κίνα), αργός τεμαχισμός, θάνατος από χίλιες τομές
  1. 01 υπομένω, αντέχω
  2. 02 κρατάω έξω (π.χ. τη βροχή), εμποδίζω να μπει
  3. 03 αποτρέπω, αναβάλλω, κρατάω μακριά
  4. 04 βγάζω πέρα, ξεπερνάω (δύσκολη κατάσταση), βοηθάω να βγάλω πέρα
  5. 05 αψηφώ, περιφρονώ, αρνούμαι να υπακούσω
  6. 06 υποτιμώ, περιφρονώ, προσβάλλω
  7. 07 υπερβαίνω, ξεπερνάω, διαπρέπω