3 αποτελέσματα για «凪»

凪 なぎ

ουσιαστικό

  1. 01 νηνεμία, γαλήνη (στη θάλασσα), άπνοια
凪ぐ なぐ

ρήμα

  1. 01 γαληνεύω (για τον άνεμο, τη θάλασσα κ.λπ.), κοπάζω
凪
  1. 01 νηνεμία, άπνοια
  2. 02 γαλήνη, ηρεμία
  3. 03 κοκούτζι (ιαπωνικός χαρακτήρας)