17 αποτελέσματα για «刃»

N1

ουσιαστικό

  1. 01 κόψη (μαχαιριού ή σπαθιού), λάμα, λεπίδα
  2. 02 ακίδα (ηλεκτρικού φις)
やいば

ουσιαστικό

  1. 01 λεπίδα, σπαθί
  2. 02 σφυρηλατημένη λεπίδα, κυματιστό μοτίβο σε σφυρηλατημένες λεπίδες
  3. 03 οξύτητα
  4. 04 αποφλοιωμένο ρύζι
刃物 はもの

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερό εργαλείο, εργαλείο κοπής, μαχαίρι
刃先 はさき

ουσιαστικό

  1. 01 κόψη λεπίδας
刃こぼれ はこぼれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκοπή σε λεπίδα (σπαθιού, μαχαιριού), ξεφλούδισμα σε λεπίδα
刃渡り はわたり

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος της λάμας
  2. 02 βάδισμα με γυμνά πόδια πάνω στην κόψη σπαθιού (ακροβατικό νούμερο)
刃を交える やいばをまじえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκρούομαι με σπαθιά
刃傷沙汰 にんじょうざた

ουσιαστικό

  1. 01 αιματοχυσία, βίαιο επεισόδιο με χρήση όπλου
刃傷 にんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αιματοχυσία, τραυματισμός με μαχαίρι
刃文 はもん

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο σκλήρυνσης στη λεπίδα σπαθιού
刃傷に及ぶ にんじょうにおよぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλήγω σε αιματοχυσία
刃物三昧 はものざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξέλεγκτος χειρισμός μαχαιριού, επίδειξη μαχαιριού
刃針 はばり

ουσιαστικό

  1. 01 νυστέρι
刃物師 はものし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης κοπτικών εργαλείων, κατασκευαστής μαχαιριών
刃長 はちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος λάμας
刃音 はおと

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος λεπίδας (όπως ο συριγμός στον αέρα, η σύγκρουση, κ.ά.)
  1. 01 λεπίδα
  2. 02 σπαθί
  3. 03 κόψη