7 αποτελέσματα για «刊»

刊行 かんこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση
かん

επίθημα

  1. 01 έκδοση, φύλλο (π.χ. πρωινό, απογευματινό, ειδικό), δημοσιευμένο σε (έτος), συχνότητα έκδοσης (π.χ. ημερήσια, μηνιαία)
刊行会 かんこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτική εταιρεία
刊行物 かんこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσίευμα, περιοδικό
刊本 かんぽん

ουσιαστικό

  1. 01 εκδομένο βιβλίο, έντυπο βιβλίο
刊記 かんき

ουσιαστικό

  1. 01 κολοφώνας (σε παλιά σινο-ιαπωνικά βιβλία)
  1. 01 εκδίδω
  2. 02 σκαλίζω
  3. 03 χαράζω