7 αποτελέσματα για «刎»
刎ねる はねる
ρήμα
- 01 αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι κάποιου
刎 はね
επίθημα, άλλο
- 01 αριθμητικό για κράνη κ.λπ.
刎頸の交わり ふんけいのまじわり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αχώριστη φιλία
刎頚 ふんけい
ουσιαστικό
- 01 αποκεφαλισμός
刎頚の友 ふんけいのとも
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αχώριστος φίλος, επιστήθιος φίλος
刎死 ふんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοκεφαλισμός
刎
- 01 αποκεφαλίζω