58 αποτελέσματα για «判»
判断 はんだん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρίση, απόφαση, συμπέρασμα, δικαστική απόφαση
- 02 μαντεία, πρόβλεψη
- 03 κρίση
判明 はんめい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γίνομαι σαφής, ξεκαθαρίζω, έρχομαι στο φως, αποκαλύπτομαι, διαπιστώνομαι, εξακριβώνομαι, ταυτοποιούμαι, επιβεβαιώνομαι
判定 はんてい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρίση, απόφαση, ετυμηγορία, πόρισμα, δικαστική απόφαση, ετυμηγορία, διαιτητική απόφαση
判別 はんべつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάκριση, διαφοροποίηση, ξεχώρισμα, κριτική ικανότητα
判決 はんけつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δικαστική απόφαση, κρίση, ετυμηγορία, ποινή, διάταγμα
判断力 はんだんりょく
ουσιαστικό
- 01 κρίση, κριτική ικανότητα, διάκριση
判然 はんぜん
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, άλλο
- 01 ξεκάθαρα, διακριτά, προφανώς, οριστικά
判 はん N3
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα, σφραγίδα επικύρωσης, υπογραφή με μονόγραμμα
- 02 κρίση, απόφαση
- 03 μέγεθος (χαρτιού ή βιβλίων)
判断基準 はんだんきじゅん
ουσιαστικό
- 01 κριτήρια αξιολόγησης, πρότυπο αξιολόγησης
判別がつく はんべつがつく
άλλο, ρήμα
- 01 διακρίνω, ξεχωρίζω, αντιλαμβάνομαι, αναγνωρίζω
判断材料 はんだんざいりょう
ουσιαστικό
- 01 βάση για λήψη απόφασης, αποδεικτικά στοιχεία για κρίση
判事 はんじ N2
ουσιαστικό
- 01 δικαστής, δικαστικό σώμα
判断ミス はんだんミス
ουσιαστικό
- 01 εσφαλμένη κρίση, λανθασμένος υπολογισμός, κακή απόφαση
判じる はんじる
ρήμα
- 01 δικάζω, αποφασίζω
- 02 λύνω, αποκρυπτογραφώ, επιλύω, ερμηνεύω
- 03 μαντεύω, υποθέτω, διακρίνω
判子 はんこ N2
ουσιαστικό
- 01 σφραγίδα (χρησιμοποιείται αντί υπογραφής), στάμπα, σφραγίδα-υπογραφή
判を押す はんをおす
άλλο, ρήμα
- 01 σφραγίζω
判官 はんがん
ουσιαστικό
- 01 δικαστής, ειρηνοδίκης
- 02 αξιωματούχος τρίτης τάξης (σύστημα ριτσουριό), βοηθός επαρχιακός διοικητής, επιθεωρητής
判読 はんどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκρυπτογράφηση, ερμηνεία, κατανόηση, αναγνώριση
判例 はんれい
ουσιαστικό
- 01 δικαστικό προηγούμενο, νομολογία
判で押したよう はんでおしたよう
άλλο, επίθετο
- 01 στερεότυπος, τυποποιημένος, αμετάβλητος, σαν κουρδιστό ρολόι, τακτικός