16 αποτελέσματα για «到»

到着 とうちゃく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη
到頭 とうとう

επίρρημα

  1. 01 τελικά, επιτέλους, στο τέλος, εν τέλει
到達 とうたつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φτάνω, επιτυγχάνω, άφιξη
到底 とうてい N1

επίρρημα

  1. 01 καθόλου, διόλου, με κανέναν τρόπο, επ' ουδενί, απολύτως (σε συνδυασμό με άρνηση), εντελώς (σε συνδυασμό με άρνηση)
到来 とうらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη, έλευση, ερχομός
到着音 とうちゃくおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος άφιξης (ασανσέρ, τρένου κ.λπ.)
到着次第 とうちゃくしだい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μόλις παραληφθεί το αντικείμενο (αντικείμενα), αμέσως μόλις φτάσει κανείς
到着時刻 とうちゃくじこく

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα άφιξης
到着予定時刻 とうちゃくよていじこく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτιμώμενος χρόνος άφιξης, ETA
到来物 とうらいもの

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, προσφορά (που λαμβάνεται από κάποιον)
到着駅 とうちゃくえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός άφιξης, προορισμός
到達性 とうたつせい

ουσιαστικό

  1. 01 προσεγγισιμότητα, δυνατότητα προσέγγισης
到着プロセス とうちゃくプロセス

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία άφιξης
到着ロビー とうちゃくロビー

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα αφίξεων (αεροδρομίου)
到着時間 とうちゃくじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα άφιξης, χρόνος άφιξης
  1. 01 άφιξη
  2. 02 προχωρώ
  3. 03 φτάνω
  4. 04 επιτυγχάνω
  5. 05 καταλήγω σε