38 αποτελέσματα για «刻»

刻む きざむ N2

ρήμα

  1. 01 ψιλοκόβω, κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω
  2. 02 σκαλίζω, χαράζω, λαξεύω, κάνω εγκοπή
  3. 03 σημειώνω το πέρασμα του χρόνου, χτυπάω ρυθμό, καταγράφω τις στιγμές που περνούν
  4. 04 χαράζω (στο μυαλό μου), θυμάμαι καθαρά
  5. 05 κάνω τατουάζ
  6. 06 βασανίζω, ταλαιπωρώ
こく

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική περίοδος (συνήθως περίοδος περίπου δύο ωρών που αντιστοιχεί σε ένα από τα ζώδια του κινεζικού ζωδιακού κύκλου)
  2. 02 σκάλισμα, χάραξη, κόψιμο, ψιλοκόψιμο
  3. 03 νίκη
  4. 04 αυστηρότητα, σκληρότητα
刻印 こくいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χάραξη σφραγίδας, χαραγμένη σφραγίδα, εγχάρακτη σφραγίδα
  2. 02 χάραξη, εγγραφή, αποτύπωση (με σφραγίδα)
  3. 03 στιγματισμός (δηλαδή σημάδι ντροπής), σφραγίδα, φήμη
刻み込む きざみこむ

ρήμα

  1. 01 χαράσσω (όνομα κ.ά.), σκαλίζω (σχέδιο)
刻一刻と こくいっこくと

άλλο

  1. 01 από στιγμή σε στιγμή, ώρα με την ώρα
刻々 こっこく

επίρρημα

  1. 01 από στιγμή σε στιγμή, ώρα με την ώρα
刻みつける きざみつける

ρήμα

  1. 01 χαράζω, σκαλίζω
刻限 こくげん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, ορισμένη ώρα
刻々 ギザギザ

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 εγκοπές, πριονωτή διαμόρφωση, οδόντωση, σκαλοειδή τεχνουργήματα (σε ψηφιακές εικόνες)
  2. 02 εγκοπώδης, πριονωτός, ακανόνιστος, αυλακωτός, ραβδωτός
刻み きざみ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ψιλοκόψιμο, κόψιμο, τεμαχισμός, εγκοπή, χαραγματιά
  2. 02 κρούση (μουσικού οργάνου), ρυθμικό χτύπημα
  3. 03 καπνός κομμένος σε λεπτές λωρίδες
  4. 04 χρονικό διάστημα, διάστημα
刻々に こっこくに

επίρρημα

  1. 01 από στιγμή σε στιγμή, ώρα με την ώρα
刻一刻 こくいっこく

επίρρημα

  1. 01 στιγμή με τη στιγμή, ώρα με την ώρα
刻する こくする

ρήμα

  1. 01 σκαλίζω, χαράζω
  2. 02 εκδίδω, συγγράφω
刻苦 こっく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστική εργασία
刻みに きざみに

άλλο

  1. 01 ανά διαστήματα, σε μονάδες, υπολογισμένο βάσει
刻下 こっか

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 το παρόν
刻み出す きざみだす

ρήμα

  1. 01 σκαλίζω, χαράζω
刻み目 きざみめ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκοπή, χαραγματιά, διαβαθμίσεις σε χάρακα
刻苦勉励 こっくべんれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστικός, επιμελής εργασία εν μέσω κακουχιών
刻み足 きざみあし

ουσιαστικό

  1. 01 μικρά, κοφτά βήματα