14 αποτελέσματα για «努»

努力 どりょく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσπάθεια, κόπος, μόχθος, σκληρή δουλειά, αγώνας
努める つとめる N2

ρήμα

  1. 01 προσπαθώ (να κάνω κάτι), καταβάλλω προσπάθεια, αγωνίζομαι, εργάζομαι σκληρά, αφοσιώνομαι
努力家 どりょくか

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικός άνθρωπος, εργαζόμενος που καταβάλλει προσπάθεια

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτη αρχή από τις Οκτώ Αρχές του Γιονγκ, πινελιά με φορά προς τα κάτω
ゆめ

επίρρημα

  1. 01 ποτέ, με κανέναν τρόπο
努力の賜物 どりょくのたまもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καρπός των κόπων κάποιου, αποτέλεσμα των προσπαθειών κάποιου
努力目標 どりょくもくひょう

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος για προσπάθεια, πρόκληση
努力賞 どりょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 βραβείο για την καταβληθείσα προσπάθεια, τιμητική διάκριση
努力も虚しく どりょくもむなしく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 παρά τις άκαρπες προσπάθειες
努努 ゆめゆめ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σίγουρα, οπωσδήποτε
  2. 02 καθόλου (συνήθως σε αρνητικές προτάσεις)
  3. 03 επιμελώς, εργατικά
  4. 04 όνειρα
努めて つとめて N1

επίρρημα

  1. 01 κατά το δυνατόν, όσο το δυνατόν περισσότερο, με όλες τις δυνάμεις κάποιου, επιμελώς
努力奮励 どりょくふんれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω επίπονες προσπάθειες, μοχθώ
努力義務 どりょくぎむ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρέωση καταβολής ειλικρινούς προσπάθειας (για την τήρηση συνόλου κανόνων κ.λπ.)
  1. 01 κοπιάζω
  2. 02 επιμελής
  3. 03 όσο το δυνατόν