23 αποτελέσματα για «励»

励ます はげます N1

ρήμα

  1. 01 ενθαρρύνω, εμψυχώνω, ανεβάζω το ηθικό
  2. 02 υψώνω (τη φωνή μου)
励む はげむ N1

ρήμα

  1. 01 προσπαθώ σκληρά, εργάζομαι με ζήλο, αγωνίζομαι, καταβάλλω προσπάθεια, αφοσιώνομαι
励まし はげまし

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση
  2. 02 εμψύχωση
励み はげみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση, κίνητρο, ερέθισμα
励起 れいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέγερση
  2. 02 παρακίνηση, αναζωογόνηση, τόνωση
励行 れいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή τήρηση (κανόνων, κανονισμών κ.λπ.), προσήλωση, συνειδητή εξάσκηση (καλών συνηθειών κ.λπ.), επιμελής εκτέλεση (π.χ. καθηκόντων), προσκόλληση (π.χ. σε μια ρουτίνα)
励起状態 れいきじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 διεγερμένη κατάσταση
励精 れいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμέλεια, σπουδή, εργατικότητα
励み合う はげみあう

ρήμα

  1. 01 συναγωνίζομαι κάποιον, προσπαθώ να ξεπεράσω ο ένας τον άλλον
励声一番 れいせいいちばん

ουσιαστικό

  1. 01 παροχή ενθαρρυντικών φωνών σε μια κρίσιμη στιγμή
励声 れいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ιαχές ενθάρρυνσης
励弧 れいこ

ουσιαστικό

  1. 01 διέγερση
励み合い はげみあい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός, άμιλλα, συναγωνισμός
励磁 れいじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέγερση
励振管 れいしんかん

ουσιαστικό

  1. 01 λυχνία διέγερσης
励磁電流 れいじでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεύμα διέγερσης
励振素子 れいしんそし

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργό στοιχείο κεραίας
励振器 れいしんき

ουσιαστικό

  1. 01 διεγέρτης (οδηγός)
励振 れいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέγερση (οδήγηση), ερέθισμα
励磁損 れいじそん

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια μαγνήτισης