17 αποτελέσματα για «勉»
勉強 べんきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μελέτη
- 02 επιμέλεια, εργατικότητα
- 03 εμπειρία, γνώση, μάθημα (για το μέλλον)
- 04 έκπτωση, μείωση τιμής
勉強になる べんきょうになる
άλλο, ρήμα
- 01 αποκτώ γνώσεις, φωτίζομαι
- 02 επιμορφωτικός, κατατοπιστικός, διδακτικός
勉学 べんがく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μελέτη, επιδίωξη της γνώσης
勉強会 べんきょうかい
ουσιαστικό
- 01 ομάδα μελέτης, συνάντηση μελέτης
勉強中 べんきょうちゅう
άλλο
- 01 κατά τη διάρκεια της μελέτης, τώρα μελετώ
勉強熱心 べんきょうねっしん
επίθετο
- 01 εργατικός, φιλομαθής
勉強机 べんきょうづくえ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο μελέτης
勉強不足 べんきょうぶそく
ουσιαστικό
- 01 ανεπαρκής μελέτη
勉強家 べんきょうか
ουσιαστικό
- 01 μελετηρός μαθητής, επιμελής άνθρωπος
勉強部屋 べんきょうべや
ουσιαστικό
- 01 γραφείο, δωμάτιο μελέτης
勉強に励む べんきょうにはげむ
άλλο, ρήμα
- 01 μελετώ επιμελώς, καταβάλλω προσπάθεια στα μαθήματά μου
勉強時間 べんきょうじかん
ουσιαστικό
- 01 ώρες μελέτης
勉励 べんれい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιμέλεια, εργατικότητα
勉強運 べんきょううん
ουσιαστικό
- 01 η τύχη κάποιου όσον αφορά τις σπουδές
勉強代 べんきょうだい
ουσιαστικό
- 01 κόστος διδάγματος (π.χ. από μια αποτυχία), τίμημα ενός μαθήματος ζωής
勉強疲れ べんきょうづかれ
ουσιαστικό
- 01 κούραση από το διάβασμα, πνευματική κόπωση λόγω μελέτης
勉
- 01 προσπάθεια
- 02 προσπάθεια
- 03 ενθαρρύνω
- 04 προσπαθώ
- 05 καταβάλλω προσπάθεια
- 06 επιμελής