13 αποτελέσματα για «匿»

匿う かくまう

ρήμα

  1. 01 παρέχω άσυλο σε κάποιον (π.χ. φυγάδα), περιθάλπω, κρύβω, προσφέρω καταφύγιο
匿名 とくめい

ουσιαστικό

  1. 01 ανωνυμία, χρήση ψευδώνυμου
とく

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, προστατεύω, κρύβω
匿名性 とくめいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανωνυμία
匿名批評 とくめいひひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμη κριτική
匿名組合 とくめいくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία με αφανή εταίρο
匿名FTP とくめいエフティーピー

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμο FTP
匿名配送 とくめいはいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμη αποστολή
匿名掲示板 とくめいけいじばん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώνυμος πίνακας μηνυμάτων
匿名化 とくめいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανωνυμοποίηση (δεδομένων)
匿名希望 とくめいきぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα για ανωνυμία, το όνομα παρακρατήθηκε κατόπιν αιτήματος
匿流 トクリュウ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδια ομάδα που συγκροτείται για τη διάπραξη εγκλημάτων
  1. 01 κρύβω
  2. 02 φιλοξενώ
  3. 03 προστατεύω