137 αποτελέσματα για «参»

参加 さんか N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμετοχή, ένταξη, είσοδος
参る まいる N4

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω, έρχομαι, επισκέπτομαι
  2. 02 ηττώμαι, καταρρέω, πεθαίνω
  3. 03 ενοχλούμαι, αμηχανώ
  4. 04 είμαι τρελά ερωτευμένος
  5. 05 επισκέπτομαι (π.χ. ναό, τάφο)
参加者 さんかしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετέχων, υποψήφιος, παίκτης, διαγωνιζόμενος, ανταγωνιστής
参考 さんこう N3

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορά, διαβούλευση
参考になる さんこうになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμεύω ως αναφορά, παρέχω χρήσιμες πληροφορίες, είμαι βοηθητικός, είμαι κατατοπιστικός, είμαι διδακτικός
参考にする さんこうにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανατρέχω σε, συμβουλεύομαι, χρησιμοποιώ ως αναφορά
参戦 さんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμετοχή σε πόλεμο, εμπλοκή σε πολεμική σύρραξη
  2. 02 συμμετοχή σε αγώνα ή διαγωνισμό
参謀 さんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 επιτελής αξιωματικός, στρατιωτικό επιτελείο
  2. 02 σύμβουλος
参上 さんじょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη, παρουσία
参考書 さんこうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βοήθημα, βιβλίο αναφοράς, συμπληρωματικό εγχειρίδιο, εγχειρίδιο μαθητή
参照 さんしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά (π.χ. σε λεξικό, κείμενο, υποσημειώσεις), συμβουλή, σύγκριση
  2. 02 περιήγηση (σε αρχείο ή φάκελο)
参列 さんれつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρευρισκομαι, συμμετοχή, παρουσία
参道 さんどう

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος που οδηγεί σε ιερό
参拝 さんぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη και λατρεία (σε ναό ή ιερό), προσκύνημα (σε ναό ή ιερό για λατρεία)
参入 さんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος στην αγορά, εισαγωγή προϊόντος στην αγορά, πρόσβαση
  2. 02 επίσκεψη σε πρόσωπο υψηλού κύρους ή ευγενή
参列者 さんれつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρευρισκόμενος, συμμετέχων
参詣 さんけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη σε ναό ή ιερό, προσκύνημα
参じる さんじる

ρήμα

  1. 01 έρχομαι, πηγαίνω
  2. 02 συμμετέχω
  3. 03 ασκώ τον διαλογισμό Ζεν
参り まいり

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη (σε θρησκευτικό χώρο, π.χ. ιερό, ναό, τάφο)
参謀本部 さんぼうほんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό επιτελείο στρατού