35 αποτελέσματα για «召»

召し上がる めしあがる N4

ρήμα

  1. 01 τρώω, πίνω
召喚 しょうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλήση, δικαστική κλήση, παραπομπή
  2. 02 επίκληση (πνεύματος, δαίμονα, κ.λπ.), κάλεσμα
召す めす N1

ρήμα, άλλο

  1. 01 καλώ, προσκαλώ, στέλνω για κάποιον
  2. 02 τρώω, πίνω
  3. 03 φορώ, ενδύομαι
  4. 04 αγοράζω
  5. 05 κάνω (μπάνιο)
  6. 06 επιβιβάζομαι, μπαίνω (σε όχημα), μετακινούμαι
  7. 07 αρπάζω (κρυολόγημα)
  8. 08 μεγαλώνω (σε ηλικία), γερνώ
  9. 09 ελκύω το ενδιαφέρον, ευχαριστώ
  10. 10 κάνω
  11. 11 αυτοκτονώ (σεπούκου)
  12. 12 δηλώνει σεβασμό
召集 しょうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκληση, συγκέντρωση (π.χ. κοινοβουλίου), επιστράτευση (για στρατιωτική θητεία)
召還 しょうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάκληση (ιδίως απεσταλμένου ή πρέσβη), κλήση κάποιου πίσω, κλήτευση (επιστροφής στο σπίτι)
召し上げる めしあげる

ρήμα

  1. 01 κατάσχω, αφαιρώ
  2. 02 καλώ, συγκαλώ
召し抱える めしかかえる

ρήμα

  1. 01 προσλαμβάνω (ως ακόλουθο), στρατολογώ, δεσμεύω
召し使い めしつかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης, οικιακός βοηθός
召し出す めしだす

ρήμα

  1. 01 καλώ, μετακαλώ
召し捕る めしとる

ρήμα

  1. 01 συλλαμβάνω, πιάνω
  2. 02 καλώ, προσκαλώ
召し めし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση, κλήση
召喚状 しょうかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλήση σε δικαστήριο, δικαστική κλήση, κλητήριο θέσπισμα
召集令状 しょうしゅうれいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο επιστράτευσης, ειδοποιητήριο κατάταξης
召し使う めしつかう

ρήμα

  1. 01 απασχολώ, προσλαμβάνω (υπηρέτη)
召し連れる めしつれる

ρήμα

  1. 01 παίρνω μαζί μου, συνοδεύω
召し寄せる めしよせる

ρήμα

  1. 01 καλώ κάποιον κοντά μου, συγκαλώ, προσκαλώ να έρθει
召し物 めしもの

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία
召命 しょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 θεϊκή κλήση, θεϊκό κάλεσμα
召状 しょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση
召集令 しょうしゅうれい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταγή αποστράτευσης, διαταγή επιστράτευσης