115 αποτελέσματα για «右»

みぎ N5

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά, δεξιά πλευρά
  2. 02 δεξί χέρι
  3. 03 το παραπάνω (σε κάθετη γραφή), το προαναφερθέν
  4. 04 η δεξιά (πτέρυγα), δεξιός
  5. 05 ο καλύτερος (από τους δύο)
右手 みぎて

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί χέρι
  2. 02 δεξιά πλευρά, δεξιά κατεύθυνση, στα δεξιά
右腕 みぎうで

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί χέρι
  2. 02 δεξί χέρι, έμπιστος συνεργάτης
  3. 03 δεξιόχειρας ρίπτης
右側 みぎがわ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πλευρά, δεξί μέρος
右足 みぎあし

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί πέλμα
  2. 02 δεξί πόδι
右肩 みぎかた

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίς ώμος
右目 みぎめ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί μάτι
右往左往 うおうさおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κινούμαι με σύγχυση, πηγαίνω προς κάθε κατεύθυνση, πηγαίνω πέρα δώθε
右隣 みぎどなり

ουσιαστικό

  1. 01 ο γείτονας στα δεξιά (πρόσωπο, κτίριο, κ.λπ.)
右翼 うよく

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πτέρυγα
  2. 02 δεξί φτερό (πτηνού ή αεροσκάφους)
  3. 03 δεξιά πτέρυγα (στρατού, κτιρίου κ.λπ.), δεξιό πλευρό
  4. 04 δεξί πεδίο (στο μπέιζμπολ), δεξιός εξωτερικός αμυντικός
  5. 05 δεξί εξτρέμ (στο ποδόσφαιρο, το ράγκμπι κ.λπ.)
  6. 06 υψηλή ακαδημαϊκή επίδοση, υψηλή κατάταξη
右端 みぎはし

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί άκρο, δεξιά άκρη
右上 みぎうえ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω δεξιά
右に曲がる みぎにまがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στρίβω δεξιά, κατευθύνομαι προς τα δεξιά
右下 みぎした

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω δεξιά
右に出る みぎにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ, υπερβαίνω
右から左へ みぎからひだりへ

άλλο

  1. 01 από τα δεξιά προς τα αριστερά, από το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει
  2. 02 γρήγορα και εύκολα, με ταχύτητα και επιδεξιότητα, χωρίς άλλη καθυστέρηση
右半身 みぎはんしん

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί μισό του σώματος
右舷 うげん

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιά πλευρά πλοίου
右折 うせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στροφή προς τα δεξιά, δεξιά στροφή
右眼 うがん

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί μάτι