13 αποτελέσματα για «吠»

吠える ほえる N3

ρήμα

  1. 01 γαυγίζω, ουρλιάζω, βρυχώμαι, μουγκρίζω, σκούζω
  2. 02 ουρλιάζω (για τον άνεμο), βρυχώμαι (για τη θάλασσα), μουγκρίζω (για τη θάλασσα)
  3. 03 φωνάζω, ουρλιάζω, κραυγάζω, βογκάω
吠え声 ほえごえ

ουσιαστικό

  1. 01 γάβγισμα, ουρλιαχτό, βρυχηθμός, μουγκανητό
吠え面 ほえづら

ουσιαστικό

  1. 01 δακρυσμένο πρόσωπο
吠え立てる ほえたてる

ρήμα

  1. 01 γαβγίζω, ουρλιάζω, αλυχτώ
吠え出す ほえだす

ρήμα

  1. 01 γαβγίζω
吠猿 ほえざる

ουσιαστικό

  1. 01 χοουλέρ μάκι (είδος πιθήκου που ουρλιάζει)
吠え付く ほえつく

ρήμα

  1. 01 γαβγίζω και καταδιώκω
吠陀 ヴェーダ

ουσιαστικό

  1. 01 Βέδα
吠舎 バイシャ

ουσιαστικό

  1. 01 βάισια (μέλος της κάστας των εμπόρων και των γεωργών στην Ινδία)
吠瑠璃 べいるり

ουσιαστικό

  1. 01 βήρυλλος
吠鹿 ほえじか

ουσιαστικό

  1. 01 ινδικό ελάφι (είδος ελαφιού που γαβγίζει, Muntiacus muntjak), ινδικός μουντζάκ
吠え面をかく ほえづらをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 βάζω τα κλάματα, καταλήγω να κλαίω (π.χ. από ταπείνωση)
  1. 01 γαυγίζω
  2. 02 ουρλιάζω
  3. 03 φωνάζω