5 αποτελέσματα για «咀»

咀嚼 そしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάσημα, κατάμαση
  2. 02 επεξεργασία (π.χ. λέξεων), αφομοίωση, κατανόηση, εκτίμηση
咀嚼力 そしゃくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μασητική ικανότητα, μασητική δύναμη
咀嚼筋 そしゃくきん

ουσιαστικό

  1. 01 μασητήριος μυς
咀嚼運動 そしゃくうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 μάσηση
  1. 01 δαγκώνω
  2. 02 τρώω