65 αποτελέσματα για «品»
品 ひん N3
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 κομψότητα, χάρη, φινέτσα, κλάση, αξιοπρέπεια
- 02 αντικείμενο, είδος
- 03 επιμετρητής για αντικείμενα (όπως τρόφιμα), επιμετρητής για πιάτα ή μενού (σε εστιατόριο)
品物 しなもの N4
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο, είδος, πράγμα, εμπόρευμα, πραμάτεια
品質 ひんしつ N1
ουσιαστικό
- 01 ποιότητα (προϊόντος ή υπηρεσίας)
品々 しなじな
ουσιαστικό
- 01 διάφορα αντικείμενα, ποικίλα είδη
- 02 διάφορα είδη
品 しな N3
ουσιαστικό
- 01 είδος, αντικείμενο, πράγμα, αγαθά, απόθεμα
- 02 ποιότητα
- 03 νάζι, φιλαρέσκεια
品定め しなさだめ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αξιολόγηση, εκτίμηση, κρίση, σχολιασμός
品位 ひんい
ουσιαστικό
- 01 αξιοπρέπεια, χάρη, ευγένεια
- 02 βαθμός, ποιότητα, καθαρότητα, καράτι
品種 ひんしゅ N1
ουσιαστικό
- 01 είδος (εμπορευμάτων), τύπος
- 02 μορφή (ταξινομική)
- 03 ράτσα, ποικιλία, είδος, τύπος, καλλιεργούμενη ποικιλία
品揃え しなぞろえ
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία, γκάμα προϊόντων
品格 ひんかく
ουσιαστικό
- 01 αξιοπρέπεια, ποιότητα, χάρη, φινέτσα, επίπεδο
品行方正 ひんこうほうせい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άμεμπτη συμπεριφορά, καλή διαγωγή, υψηλό ήθος
品性 ひんせい
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας
- 02 προσωπικότητα
品がある ひんがある
άλλο, ρήμα
- 01 έχω φινέτσα (χαρακτήρας, τρόποι), είμαι αριστοκρατικός, είμαι καλλιεργημένος
品のない ひんのない
άλλο, επίθετο
- 01 χυδαίος, άκομψος, κακόγουστος
品種改良 ひんしゅかいりょう
ουσιαστικό
- 01 επιλεκτική εκτροφή
品目 ひんもく
ουσιαστικό
- 01 είδος, εμπόρευμα, κατάλογος ειδών
品の良い ひんのいい
άλλο, επίθετο
- 01 εκλεπτυσμένος, ευγενικός, χαριτωμένος, αξιοπρεπής
品切れ しなぎれ
ουσιαστικό
- 01 εξαντλημένος, ξεπουλημένος
品がない ひんがない
άλλο, επίθετο
- 01 ακαλλιέργητος (χαρακτήρας, τρόποι), χυδαίος, κακόγουστος, στερούμενος στυλ
品数 しなかず
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία ειδών, αριθμός αντικειμένων