4 αποτελέσματα για «唆»

唆す そそのかす

ρήμα

  1. 01 υποκινώ, δελεάζω, παρασύρω, προτρέπω
唆る そそる

ρήμα

  1. 01 διεγείρω, υποκινώ, τονώνω, ερεθίζω, παρακινώ, προκαλώ
唆し そそのかし

ουσιαστικό

  1. 01 υποκίνηση, παρακίνηση
唆
  1. 01 δελεάζω
  2. 02 αποπλανώ
  3. 03 υποκινώ
  4. 04 προωθώ