17 αποτελέσματα για «唇»

くちびる N2

ουσιαστικό

  1. 01 χείλος, χείλη
唇を奪う くちびるをうばう

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλέβω ένα φιλί
唇を引き結ぶ くちびるをひきむすぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σφίγγω τα χείλη μου
唇歯 しんし

ουσιαστικό

  1. 01 χείλη και δόντια
  2. 02 αλληλεξαρτώμενη σχέση
唇形 しんけい

ουσιαστικό

  1. 01 χειλαιόμορφος, σαν χείλος, σχηματισμένος σαν χείλος
唇頭 しんとう

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη των χειλιών
唇歯輔車 しんしほしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία εξάρτηση, αλληλεξάρτηση
唇音 しんおん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλικό φώνημα
唇腺 しんせん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλικός αδένας
唇歯音 しんしおん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλοδοντικός, χειλοδοντικό σύμφωνο
唇音化 しんおんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειλικοποίηση
唇形花冠 しんけいかかん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλιδωτή στεφάνη
唇形花 しんけいか

ουσιαστικό

  1. 01 χειλανθές άνθος
唇裂 しんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαγώχειλο
唇を尖らす くちびるをとがらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 προβάλλω τα χείλη, κατσουφιάζω
唇弁 しんべん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλός (βοτανική)
  2. 02 πέλο (στους μαλάκιοες, τις μέδουσες, κ.λπ.)
  1. 01 χείλη