9 αποτελέσματα για «喋»

喋る しゃべる

ρήμα

  1. 01 μιλάω, συνομιλώ, κουβεντιάζω, φλυαρώ
喋り しゃべり

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση, κουβέντα
喋りまくる しゃべりまくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω ακατάπαυστα, πολυλογώ
喋々 ちょうちょう

επίρρημα, άλλο, ρήμα, ουσιαστικό

  1. 01 φλύαρα, ακατάσχετα, μακροσκελώς
喋り合う しゃべりあう

ρήμα

  1. 01 συνομιλώ, κουβεντιάζω μαζί
喋くる しゃべくる

ρήμα

  1. 01 φλυαρώ ενθουσιωδώς, πολυλογώ, μιλώ ασταμάτητα
喋くり しゃべくり

ουσιαστικό

  1. 01 ασταμάτητη φλυαρία, συνεχόμενη ομιλία
  2. 02 διασκεδαστικός διάλογος δύο ατόμων (μορφή stand-up comedy)
喋々喃々 ちょうちょうなんなん

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο, επίρρημα

  1. 01 ψιθυριστή και τρυφερή συζήτηση, ερωτική εξομολόγηση με ψιθύρους
  1. 01 μιλάω
  2. 02 κουβεντιάζω
  3. 03 φλυαρώ