15 αποτελέσματα για «嗜»
嗜好 しこう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γούστο, προτίμηση
嗜む たしなむ
ρήμα
- 01 τρέφω ιδιαίτερη προτίμηση, έχω κλίση προς κάτι, απολαμβάνω (με μέτρο), έχω ενδιαφέρον για κάτι (π.χ. ένα χόμπι)
- 02 είμαι μετριόφρων, είμαι συνετός, προσέχω (π.χ. τη συμπεριφορά μου)
嗜み たしなみ
ουσιαστικό
- 01 γούστο (σε αγαθά, κ.λπ.)
- 02 τρόποι, εθιμοτυπία
- 03 μετριοπάθεια, αυτοσυγκράτηση, σύνεση
- 04 γνώση, εμπειρία (στις τέχνες, κ.λπ.), επιτεύγματα
- 05 περιποίηση της προσωπικής εμφάνισης
嗜虐的 しぎゃくてき
επίθετο
- 01 σαδιστικός
嗜好品 しこうひん
ουσιαστικό
- 01 είδος πολυτελείας (π.χ. αλκοόλ, καφές, τσάι, καπνός), προϊόν απόλαυσης
嗜虐心 しぎゃくしん
ουσιαστικό
- 01 σαδιστικές επιθυμίες, σαδιστικά αισθήματα
嗜虐 しぎゃく
ουσιαστικό
- 01 σαδισμός
嗜虐性 しぎゃくせい
ουσιαστικό
- 01 σαδισμός
嗜欲 しよく
ουσιαστικό
- 01 προτίμηση (για), όρεξη, αδυναμία, εύνοια, επιδοκιμασία
嗜眠性脳炎 しみんせいのうえん
ουσιαστικό
- 01 ληθαργική εγκεφαλίτιδα
嗜眠 しみん
ουσιαστικό
- 01 βαθύς ύπνος, λήθαργος
嗜癖 しへき
ουσιαστικό
- 01 εθισμός
嗜糞症 しふんしょう
ουσιαστικό
- 01 κοπροφιλία
嗜眠性 しみんせい
ουσιαστικό
- 01 ληθαργικός, υπνηλός
嗜
- 01 αγαπώ
- 02 γούστο
- 03 σεμνός