9 αποτελέσματα για «嘱»

嘱望 しょくぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσδοκώ πολλά από κάποιον, στηρίζω τις ελπίδες μου σε κάποιον για το μέλλον του
嘱託 しょくたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάθεση, επιφόρτιση με έργο
  2. 02 συμβασιούχος υπάλληλος, έκτακτος υπάλληλος
嘱目 しょくもく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέχω, σημειώνω, παρατηρώ, παρακολουθώ, τρέφω μεγάλες προσδοκίες
  2. 02 τραβώ την προσοχή
嘱する しょくする

ρήμα

  1. 01 εμπιστεύομαι (κάποιον) με μια αποστολή, στηρίζω τις ελπίδες μου (στο μέλλον κάποιου), τρέφω μεγάλες προσδοκίες για κάποιον
  2. 02 αναθέτω (σε κάποιον) την παράδοση (μιας επιστολής κ.λπ.), αφήνω (ένα μήνυμα), στέλνω ειδοποίηση
嘱託医 しょくたくい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβασιούχος ιατρός
嘱託殺人 しょくたくさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωποκτονία κατόπιν αιτήματος του θύματος, συναινετικός φόνος
嘱す しょくす

ρήμα

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον, εναποθέτω τις ελπίδες μου σε κάποιον (για το μέλλον του), τρέφω μεγάλες προσδοκίες για κάποιον
  2. 02 αναθέτω σε κάποιον να παραδώσει κάτι (γράμμα, κλπ.), αφήνω ένα μήνυμα, στέλνω είδηση
嘱託社員 しょくたくしゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβασιούχος υπάλληλος (συνηθίως εργαζόμενος που επαναπροσλαμβάνεται μετά την υποχρεωτική συνταξιοδότηση)
  1. 01 αναθέτω
  2. 02 ζητώ
  3. 03 στέλνω μήνυμα