2 αποτελέσματα για «囂»

囂々 ごうごう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εκκωφαντικός (για κριτική, διαμαρτυρία κ.λπ.), θορυβώδης, φωνακλάδικος, οχληρός, ταραχώδης, έντονος
  1. 01 θορυβώδης
  2. 02 θορυβώδης, ζωηρός