13 αποτελέσματα για «囚»
囚われる とらわれる
ρήμα
- 01 πιάνομαι, αιχμαλωτίζομαι, συλλαμβάνομαι
- 02 κυριεύομαι από (φόβο κ.λπ.), υποδουλώνωμαι σε, προσκολλώμαι σε, εμμένω σε, παρασύρομαι από, επηρεάζομαι από
囚人 しゅうじん
ουσιαστικό
- 01 κρατούμενος, κατάδικος
囚 しゅう
ουσιαστικό
- 01 φυλάκιση
- 02 αιχμάλωτος, φυλακισμένος
囚われ とらわれ
ουσιαστικό
- 01 αιχμαλωσία, εγκλεισμός
囚人服 しゅうじんふく
ουσιαστικό
- 01 στολή φυλακισμένου
囚徒 しゅうと
ουσιαστικό
- 01 φυλακισμένος, κατάδικος
囚人のジレンマ しゅうじんのジレンマ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δίλημμα του φυλακισμένου
囚衣 しゅうい
ουσιαστικό
- 01 στολή φυλακισμένου
囚役 しゅうえき
ουσιαστικό
- 01 καταναγκαστική εργασία φυλακισμένων, εργασία κρατουμένων
囚われた考え とらわれたかんがえ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 προκατειλημμένη άποψη, συμβατικές ιδέες
囚人労働 しゅうじんろうどう
ουσιαστικό
- 01 εργασία κρατουμένων, αναγκαστική εργασία
囚われ人 とらわれびと
ουσιαστικό
- 01 αιχμάλωτος, φυλακισμένος
囚
- 01 συλληφθείς
- 02 εγκληματίας
- 03 συλλαμβάνω
- 04 πιάνω