74 αποτελέσματα για «垂»

垂れる たれる N1

ρήμα

  1. 01 κρεμάω, αιωρούμαι, κρέμομαι, γέρνω, χαμηλώνω, κατεβάζω
  2. 02 δίνω (π.χ. μάθημα, οδηγίες, επίπληξη σε κατώτερο), απονέμω, παραχωρώ
  3. 03 στάζω, στάλαζω, τρέχω σιγά
  4. 04 αφήνω πίσω (μετά θάνατον)
  5. 05 λέω, εκφέρω
  6. 06 αποβάλλω (ούρα, κόπρανα κ.λπ.), αφήνω αέριο, κλάνω
垂らす たらす

ρήμα

  1. 01 στάζω, χύνω
  2. 02 κρεμάω, σακομανιάζω, αιωρώ
垂直 すいちょく N2

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφος
  2. 02 κάθετος
垂れ流す たれながす

ρήμα

  1. 01 απορρίπτω (π.χ. λύματα)
垂れ下がる たれさがる

ρήμα

  1. 01 κρέμομαι, αιωρούμαι
垂れ幕 たれまく

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό πανό, κρεμαστό παραπέτασμα, κουρτίνα
垂れ流し たれながし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακράτεια, λέρωμα των ρούχων, ούρηση στο παντελόνι
  2. 02 εκροή, απόρριψη (π.χ. μολυσματικών ουσιών), απόβλητα
垂れ たれ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα (ειδικότερα σάλτσα για βούτηγμα με βάση τη σόγια ή το μίριν)
  2. 02 κρέμασμα, κάτι που κρέμεται (πτερύγιο, άκρη υφάσματος κ.λπ.)
  3. 03 προστατευτικό μέσης (στο κέντο)
  4. 04 ριζικό κάντζι που καλύπτει την πάνω αριστερή γωνία ενός χαρακτήρα
  5. 05 γυναίκα
  6. 06 κατάληξη που υποδηλώνει μειωτική διάθεση ή ειρωνεία (όπως -ας ή -κέφαλος)
垂涎 すいぜん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονη επιθυμία, λαχτάρα, δίψα, φθόνος
  2. 02 τρέξιμο σάλιων, σαλιάρισμα
垂れ込める たれこめる

ρήμα

  1. 01 κρέμομαι χαμηλά (για σύννεφα, ομίχλη κ.λπ.)
  2. 02 απομονώνομαι (πίσω από παραπέτασμα, στόρια κ.λπ.)
垂れ下げる たれさげる

ρήμα

  1. 01 κρεμώ, αφήνω να κρέμεται (κουρτίνα), κρεμώ χαμηλά (ουρά), κατεβάζω (ρολό/στόρι)
垂れ耳 たれみみ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρεμάμενα αυτιά, με κρεμαστά αυτιά
垂涎の的 すいぜんのまと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο έντονης επιθυμίας, αντικείμενο φθόνου
垂木 たるき

ουσιαστικό

  1. 01 δοκάρι στέγης
垂直離着陸 すいちょくりちゃくりく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη απονήωση και προσνήωση, VTOL
垂直尾翼 すいちょくびよく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετο πτερύγιο, κάθετη ουρά, κάθετο ουραίο πτερύγιο
垂下 すいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρέμασμα, αιώρηση προς τα κάτω
垂れ込む タレこむ

ρήμα

  1. 01 καταδίδω, δίνω πληροφορίες (π.χ. στην αστυνομία), μαρτυρώ
垂髪 すべらかし

ουσιαστικό

  1. 01 μαλλιά δεμένα πίσω και αφημένα να πέφτουν, μακριά λυτά μαλλιά
垂直線 すいちょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη γραμμή