13 αποτελέσματα για «垣»

垣間見る かいまみる

ρήμα

  1. 01 κρυφοκοιτάζω, παίρνω μια γρήγορη ματιά
垣根 かきね N2

ουσιαστικό

  1. 01 φράχτης, θάμνος
  2. 02 σύνορο, όριο
かき

ουσιαστικό

  1. 01 φράχτης, θάμνος, κάγκελο
  2. 02 εμπόδιο, τοίχος
垣根越し かきねごし

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 πάνω από τον φράχτη (π.χ. κοιτάζοντας, συνομιλώντας)
  2. 02 πίσω από τον φράχτη
垣を作る かきをつくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω (συναισθηματικό) τείχος (μεταξύ δύο ανθρώπων), γίνομαι αποστασιοποιημένος
  2. 02 σχηματίζω τείχος (ανθρώπων)
垣根越しに見る かきねごしにみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω πάνω από τον φράχτη
垣間聞く かいまきく

ρήμα

  1. 01 μαθαίνω κάτι κατά τύχη, παίρνω είδηση
垣牆 えんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 φράχτης, περίφραξη
垣繕う かきつくろう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικη επιδιόρθωση των περιφράξεων μετά τις ζημιές του χειμώνα
垣間 かきま

ουσιαστικό

  1. 01 διάκενο (σε φράχτη ή θαμνοφράχτη), σχισμή, άνοιγμα
垣堅くして犬入らず かきかたくしていぬいらず

άλλο

  1. 01 ένα νοικοκυριό με στενούς δεσμούς δεν μπορεί να διαταραχθεί από ξένους, ένας οίκος διχασμένος δεν μπορεί να σταθεί, ένας γερός φράχτης κρατάει τους σκύλους έξω
垣間見える かいまみえる

ρήμα

  1. 01 διαφαίνομαι, υπαινίσσομαι, ξεπροβάλλω, αντικατοπτρίζομαι
  1. 01 φράχτης
  2. 02 φράχτης, περίφραξη
  3. 03 τοίχος