10 αποτελέσματα για «培»

培う つちかう

ρήμα

  1. 01 καλλιεργώ, καλλιεργώ ή αναπτύσσω μια δεξιότητα ή στάση
培養 ばいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια
  2. 02 καλλιέργεια (φυτών), ανάπτυξη, εκτροφή
  3. 03 καλλιέργεια (π.χ. μιας δεξιότητας), ενίσχυση (δημοκρατίας, εθνικής ισχύος κ.λπ.), ανάπτυξη
培養液 ばいようえき

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργητικό υγρό, διάλυμα καλλιέργειας, ζωμός
培地 ばいち

ουσιαστικό

  1. 01 θρεπτικό υπόστρωμα, υπόστρωμα καλλιέργειας
培養肉 ばいようにく

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργημένο κρέας, κρέας εργαστηρίου, κρέας in-vitro, καθαρό κρέας
培養土 ばいようど

ουσιαστικό

  1. 01 χώμα γλάστρας, μίγμα φύτευσης, κομπόστ
培養基 ばいようき

ουσιαστικό

  1. 01 θρεπτικό υπόστρωμα
培植 ばいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια (φυτών), καλλιέργεια (μικροοργανισμών)
培養士 ばいようし

ουσιαστικό

  1. 01 εμβρυολόγος
  1. 01 καλλιεργώ
  2. 02 αναπτύσσω, ενισχύω