180 αποτελέσματα για «基»

基本的 きほんてき

επίθετο

  1. 01 βασικός, θεμελιώδης
基本 きほん N3

ουσιαστικό

  1. 01 βασικά, θεμελιώδη, βάση, θεμέλιο
基準 きじゅん N2

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο, κριτήριο, κανόνας, σημείο αναφοράς, μέτρο, δείκτης, βάση
基礎 きそ N2

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, θεμέλιο
基づく もとづく N3

ρήμα

  1. 01 βασίζομαι, θεμελιώνομαι, στηρίζομαι, συνάδω με
  2. 02 οφείλομαι, προέρχομαι, πηγάζω, προκύπτω
基地 きち N2

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (στρατιωτική, εκστρατείας κ.λπ.)
  2. 02 λάτρης, μανιακός, φανατικός, παλαβός, φρικιό
基調 きちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός τόνος, υποβόσκων τόνος, κεντρικό θέμα, βάση, κεντρική ιδέα
  2. 02 τάση
  3. 03 κεντρική ιδέα
基盤 きばん N2

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, θεμέλιο, υποδομή
  2. 02 υπόβαθρο
  3. 03 πλατφόρμα

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ομάδα
  2. 02 ρίζα
  3. 03 επιμετρητής για εγκατεστημένα ή τοποθετημένα αντικείμενα (π.χ. πέτρινα φανάρια, ταφόπλακες, δορυφόροι)
基督 キリスト

ουσιαστικό

  1. 01 Χριστός
基礎的 きそてき

επίθετο

  1. 01 θεμελιώδης, βασικός
基本中の基本 きほんちゅうのきほん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τα απολύτως βασικά, η βάση των βάσεων
基本的に きほんてきに

επίρρημα

  1. 01 βασικά, θεμελιωδώς
基点 きてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο αναφοράς, κύριο σημείο, αφετηρία
基礎知識 きそちしき

ουσιαστικό

  1. 01 βασικές γνώσεις, στοιχειώδεις αρχές
基金 ききん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ταμείο, κεφάλαιο, ίδρυμα
基本方針 きほんほうしん

ουσιαστικό

  1. 01 βασική πολιτική, θεμελιώδης πολιτική, θεμελιώδες σχέδιο δράσης
基幹 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός πυλώνας, πυρήνας, κεντρικό στοιχείο
基部 きぶ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, θεμέλιο
基準値 きじゅんち

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική τιμή, τιμή αναφοράς, ονομαστική τιμή