8 αποτελέσματα για «堰»

堰を切ったよう せきをきったよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 κατακλυσμιαία ροή, ξέσπασμα, σαν να σπάει φράγμα
せき

ουσιαστικό

  1. 01 φράγμα, υδροφράκτης, εμπόδιο, θυρόφραγμα
堰を切る せきをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σπάω το φράγμα, ξεσπώ
堰堤 えんてい

ουσιαστικό

  1. 01 φράγμα, υδατοφράκτης
堰止湖 せきとめこ

ουσιαστικό

  1. 01 λιμναίο φράγμα (σχηματισμένο από φυσική απόφραξη ποταμού, κυρίως λόγω κατολίσθησης, ηφαιστειακής έκρηξης κ.λπ.)
堰板 せきいた

ουσιαστικό

  1. 01 πετάσματα, σανίδα επένδυσης, κάλυμμα
堰塞 えんそく

ουσιαστικό

  1. 01 φραγμός (π.χ. μιας λίμνης)
  1. 01 φράγμα
  2. 02 αποτρέπω, εμποδίζω
  3. 03 φράζω, βουλώνω