9 αποτελέσματα για «壺»

つぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο σκεύος, βάζο, κανάτα
  2. 02 κύπελλο για ζάρια
  3. 03 κοίλωμα, λεκάνη (π.χ. καταρράκτη)
  4. 04 στόχος, αυτό που επιθυμεί κάποιος, το σημάδι
  5. 05 σημείο κλειδί (μιας συζήτησης κ.λπ.), ουσία
  6. 06 σημείο βελονισμού, σημείο μόξας, σημείο πίεσης
  7. 07 θέση στην ταστιέρα (ενός σαμισέν, κότο κ.λπ.)
  8. 08 στόχος (κατά τη χρήση τόξου)

ουσιαστικό

  1. 01 χου (αρχαίο κινεζικό αγγείο σε σχήμα βάζου, που χρησιμοποιούνταν συνήθως για την αποθήκευση αλκοόλ)
壺中 こちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εντός βάζου
  2. 02 δειλός, φοβιτσιάρης
壺皿 つぼざら

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό, βαθύ πιάτο, ποτήρι για ζάρια
壺にはまる つぼにはまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω διάνα, χτυπώ στο ψαχνό
  2. 02 πηγαίνω όπως αναμένεται, επιτυγχάνω (π.χ. ένα σχέδιο)
壺中の天地 こちゅうのてんち

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ένας άλλος κόσμος, μαγεμένος τόπος, η χαρά που πηγάζει από την κατανάλωση αλκοόλ και τη λήθη των προβλημάτων της καθημερινότητας
壺草 つぼくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατική σεντέλα (Centella asiatica), σεντέλα, γκότου κόλα, ινδική πένυγουορτ
壺鯛 ツボダイ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουμποντάι, είδος ψαριού της οικογένειας πεντακερίδες (Pentaceros japonicus)
  1. 01 βάζο, πιθάρι
  2. 02 δοχείο