18 αποτελέσματα για «奏»
奏でる かなでる
ρήμα
- 01 παίζω ένα μουσικό όργανο (ιδίως έγχορδα)
- 02 χορεύω
奏 そう
ουσιαστικό
- 01 αναφέρω στον αυτοκράτορα
奏者 そうしゃ
ουσιαστικό
- 01 οργανιοπαίκτης, μουσικός
奏上 そうじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναφέρω στον αυτοκράτορα
奏する そうする
ρήμα
- 01 αναφέρω στον αυτοκράτορα
- 02 παίζω μουσικό όργανο
- 03 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
奏功 そうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιτυχία, επίτευξη, καρποφορία
奏楽 そうがく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μουσική εκτέλεση
奏す そうす
ρήμα
- 01 αναφέρω στον αυτοκράτορα
- 02 παίζω μουσικό όργανο
- 03 ολοκληρώνω, επιτυγχάνω
奏法 そうほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος παιξίματος (ενός οργάνου), στυλ ερμηνείας, τεχνική παιξίματος
奏聞 そうもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναφορά στον Αυτοκράτορα
奏効 そうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποτελεσματικότητα
奏請 そうせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβολή αίτησης στον Αυτοκράτορα
奏鳴曲 そうめいきょく
ουσιαστικό
- 01 σονάτα
奏曲 そうきょく
ουσιαστικό
- 01 σονάτα
奏で合う かなであう
άλλο, ρήμα
- 01 συντονίζομαι, εναρμονίζομαι
奏法記号 そうほうきごう
ουσιαστικό
- 01 ένδειξη άρθρωσης, σημάδι άρθρωσης
奏薦 そうせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύσταση προς τον αυτοκρότορα
奏
- 01 παίζω μουσική
- 02 μιλάω σε άρχοντα
- 03 ολοκληρώνω