5 αποτελέσματα για «奢»

奢る おごる

ρήμα

  1. 01 κερνώ (κάποιον κάτι), προσφέρω κέρασμα (σε κάποιον), πληρώνω (σε κάποιον ένα γεύμα, ποτό, κ.λπ.)
  2. 02 σπαταλώ, ζω με πολυτέλεια
奢り おごり

ουσιαστικό

  1. 01 πολυτέλεια, χλιδή
  2. 02 κέρασμα (δηλαδή έξοδα κάποιου άλλου)
奢侈 しゃし

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πολυτέλεια, σπατάλη
奢侈品 しゃしひん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος πολυτελείας, αγαθά πολυτελείας
  1. 01 σπατάλη
  2. 02 πολυτέλεια