19 αποτελέσματα για «奮»

奮い立つ ふるいたつ

ρήμα

  1. 01 αναθαρρώ, ενθαρρύνομαι, έχω υψηλό ηθικό
奮闘 ふんとう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιαστική προσπάθεια, σκληρός αγώνας, εντατική εργασία
  2. 02 σκληρή μάχη, σφοδρή σύγκρουση
奮発 ふんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβολή έντονης προσπάθειας, προσπάθεια, δυναμική κινητοποίηση, ξέσπασμα δράσης
  2. 02 σπατάλη, πολυέξοδη αγορά, κέρασμα (στον εαυτό μου)
奮戦 ふんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενναία μάχη, σκληρός αγώνας
奮起 ふんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξαρση, ενεργοποίηση του εαυτού
奮う ふるう

ρήμα

  1. 01 επιστρατεύω (π.χ. το θάρρος μου), ανακαλώ, ξεσηκώνω
  2. 02 ζωντανεύω, αναζωογονούμαι
奮い起こす ふるいおこす

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω (π.χ. θάρρος), επιστρατεύω, συνενώνω, βρίσκω το κουράγιο
奮迅 ふんじん

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργοποιούμαι έντονα, κινητοποιούμαι με σφοδρότητα
  2. 02 αναστατώνομαι έντονα, διεγείρομαι σφοδρά
奮然 ふんぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 με σθένος, θαρραλέα, αποφασιστικά
奮励 ふんれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονη προσπάθεια, καταβολή μεγάλης προσπάθειας
奮励努力 ふんれいどりょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω επίπονες προσπάθειες, προσπαθώ σκληρά
奮激 ふんげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεγείρω, παρακινώ, εμπνέω
奮闘努力 ふんとうどりょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις, εντατικές προσπάθειες
奮起一番 ふんきいちばん

ουσιαστικό

  1. 01 ανασυγκροτώ τις δυνάμεις μου για δράση, εμπνέομαι από κάτι, ρίχνομαι στη δουλειά, δίνω την ψυχή μου, καταπιάνομαι (με μια εργασία) με θέρμη
奮撃 ふんげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφοδρή επίθεση
奮って ふるって

επίρρημα

  1. 01 ενεργητικά, δυναμικά, ολόψυχα
奮飛 ふんぴ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορμητικό πέταγμα, απογείωση
奮闘記 ふんとうき

ουσιαστικό

  1. 01 καταγραφή του αγώνα κάποιου
  1. 01 ξεσηκώνομαι, κινητοποιούμαι
  2. 02 αναζωογονούμαι, τονώνομαι
  3. 03 ακμάζω, ευδοκιμώ