13 αποτελέσματα για «妹»
妹 いもうと N5
ουσιαστικό
- 01 μικρή αδελφή
妹 いも
ουσιαστικό
- 01 αγαπημένη (γυναίκα), πολυαγαπημένη, καρδιά μου, η μνηστή μου
- 02 αδελφή
- 03 φίλος
妹さん いもうとさん
ουσιαστικό
- 01 μικρότερη αδελφή
妹君 いもうとぎみ
ουσιαστικό
- 01 νεότερη αδελφή
妹分 いもうとぶん
ουσιαστικό
- 01 προστατευόμενη, κάποια που κάποιος θεωρεί ως μικρότερη αδελφή
妹御 いもうとご
ουσιαστικό
- 01 μικρότερη αδελφή (κάποιου άλλου)
妹婿 いもうとむこ
ουσιαστικό
- 01 ο σύζυγος της νεότερης αδελφής κάποιου
妹娘 いもうとむすめ
ουσιαστικό
- 01 νεότερη κόρη
妹背鳥 いもせどり
ουσιαστικό
- 01 οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας των Σεισοπυγοειδών (εξαιρουμένων των δενδροκελαΐδων)
- 02 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
妹の命 いものみこと
άλλο, ουσιαστικό
- 01 νεαρή κοπέλα
妹背 いもせ
ουσιαστικό
- 01 ζευγάρι, σύζυγοι, ανδρόγυνο
- 02 αδέλφια, αδελφός και αδελφή
妹夫婦 いもうとふうふ
ουσιαστικό
- 01 η μικρότερη αδελφή κάποιου και ο σύζυγός της
妹
- 01 μικρή αδελφή