91 αποτελέσματα για «姫»
姫 ひめ
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 νεαρή κυρία ευγενικής καταγωγής, πριγκίπισσα (ειδικά σε δυτικά συμφραζόμενα, παραμύθια κ.λπ.)
- 02 κορίτσι
- 03 μικρός, χαριτωμένος, μικρότερος (σε ονόματα ειδών)
- 04 πόρνη
姫様 ひめさま
ουσιαστικό
- 01 πριγκίπισσα, κόρη ευγενούς
姫君 ひめぎみ
ουσιαστικό
- 01 κόρη προσώπου υψηλής κοινωνικής θέσης (ιδίως η πρωτότοκη κόρη)
姫神 ひめがみ
ουσιαστικό
- 01 θεά
姫宮 ひめみや
ουσιαστικό
- 01 πριγκίπισσα
姫百合 ひめゆり
ουσιαστικό
- 01 χιμεγιούρι (Lilium concolor), αστεροκρίνος
姫カット ひめカット
ουσιαστικό
- 01 χίμε κάτο, χτένισμα που αποτελείται από ίσιες τούφες στο μήκος των ώμων ή των μάγουλων και αφέλειες κομμένες πάνω από τα φρύδια
姫始め ひめはじめ
ουσιαστικό
- 01 βρώση του πρώτου γεύματος μαλακού ρυζιού (χιμεΐι) μετά το παραδοσιακό σκληρό ρύζι της Πρωτοχρονιάς (κογουάι)
- 02 πρώτη σεξουαλική επαφή του νέου έτους
- 03 απώλεια της παρθενιάς
姫松 ひめまつ
ουσιαστικό
- 01 μικρό πεύκο, κοντό πεύκο
姫女子 ひめじょし
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα θαυμάστρια κόμικς γιούρι κ.ά.
姫沙羅 ひめしゃら
ουσιαστικό
- 01 χιμέσαρα (είδος καμέλιας, Stewartia monadelpha), χιμέσαρα στουάρτια
姫御子 ひめみこ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική πριγκίπισσα
姫小松 ひめこまつ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική λευκή πεύκη (είδος Pinus parviflora)
- 02 μικρό πεύκο (ιδιαίτερα αυτό που ξεριζώνεται κατά τη διάρκεια του εθίμου νε-νο-χι-νο-ασόμπι)
姫方 ひめかた
ουσιαστικό
- 01 κυρίες,ρίες
姫椿 ひめつばき
ουσιαστικό
- 01 κινεζική σκίμα (Schima wallichii)
- 02 καμέλια η σαζάνκα (Camellia sasanqua)
- 03 ιαπωνικό λιγούστρο (Ligustrum japonicum)
姫鱒 ひめます
ουσιαστικό
- 01 χιμέμας, σολομός του γλυκού νερού (Oncorhynchus nerka)
姫向日葵 ひめひまわり
ουσιαστικό
- 01 ηλίανθος ο αγγουρόφυλλος (Helianthus cucumerifolius)
姫丸鰹節虫 ひめまるかつおぶしむし
ουσιαστικό
- 01 χαλιοφάγος (Anthrenus verbasci)
姫女苑 ひめじょおん
ουσιαστικό
- 01 ερίγερον το ετήσιον, μικρό μαργαρίτα
姫蛍 ひめぼたる
ουσιαστικό
- 01 Χοτάρια παρβούλα (είδος πυγολαμπίδας)