7 αποτελέσματα για «婿»

婿 むこ N1

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, γαμπρός
  2. 02 γαμπρός (σύζυγος της κόρης)
婿入り むこいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισδοχή γαμπρού στην οικογένεια της νύφης
婿養子 むこようし

ουσιαστικό

  1. 01 γαμπρός που υιοθετείται από την οικογένεια της συζύγου
婿取り むことり

ουσιαστικό

  1. 01 υιοθεσία γαμπρού στην οικογένεια, πάντρεμα της κόρης με σκοπό την ενσωμάτωση του συζύγου στην οικογένεια
婿選び むこえらび

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση συζύγου για την κόρη κάποιου
婿入り婚 むこいりこん

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος κατά τον οποίο ο άντρας υιοθετείται στην οικογένεια της νύφης, μητροτοπικός γάμος
婿
  1. 01 γαμπρός
  2. 02 γαμπρός