12 αποτελέσματα για «媚»

媚びる こびる

ρήμα

  1. 01 κολακεύω, γλείφομαι, γίνομαι αρεστός (σε κάποιον)
  2. 02 φλερτάρω (με άντρα), ρίχνω ματιές (σε κάποιον)
こび

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία, καλοπιάσιμο, φλερτ
媚薬 びやく

ουσιαστικό

  1. 01 αφροδισιακό
  2. 02 ερωτικό φίλτρο
媚を売る こびをうる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοκετάρω (για γυναίκα), προσελκύω πελάτη (για πόρνη)
  2. 02 κολακεύω, γλείφομαι
媚びへつらう こびへつらう

ρήμα

  1. 01 κολακεύω, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια κάποιου, καλοπιάνω, γλείφω, υποκλίνομαι
媚態 びたい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκεταρία, φλερτ, κολακεία
媚笑 びしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σαγηνευτικό, προκλητικό χαμόγελο, χαμόγελο που αποσκοπεί στο να τραβήξει την προσοχή ενός άνδρα
媚び笑い こびわらい

ουσιαστικό

  1. 01 κολακευτικό χαμόγελο, θελκτικό μειδίαμα, χαμόγελο με σκοπό να κερδίσει την προσοχή ενός άνδρα
媚眼秋波 びがんしゅうは

ουσιαστικό

  1. 01 ρίχνω ένα παιχνιδιάρικο βλέμμα (σε έναν άνδρα)
媚中 びちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία προς την Κίνα, προσπάθεια εξευμενισμού της Κίνας
媚肉 びにく

ουσιαστικό

  1. 01 σαγηνευτική σάρκα (π.χ. στήθη, γλουτοί, γεννητικά όργανα)
  1. 01 κολακεύω
  2. 02 κάνω το χατίρι
  3. 03 φλερτάρω