10 αποτελέσματα για «嫉»

嫉妬 しっと N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζήλια, φθόνος
嫉妬心 しっとしん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα φθόνου, ζηλότυπο συναίσθημα
嫉妬深い しっとぶかい

επίθετο

  1. 01 ζηλότυπος
嫉妬に狂う しっとにくるう

άλλο, ρήμα

  1. 01 τυφλώνομαι από ζήλια, παραφρονώ από τη ζήλια μου
嫉妬の炎 しっとのほのお

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φλόγες της ζήλιας
嫉み そねみ

ουσιαστικό

  1. 01 φθόνος, ζήλεια
嫉む そねむ

ρήμα

  1. 01 ζηλεύω, φθονώ, δυσανασχετώ με την ευτυχία κάποιου
嫉視 しっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζηλοτυπία, κοιτάζω με ζήλια
嫉視反目 しっしはんもく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζήλια και έχθρα, το να ζηλεύει κανείς και να βρίσκεται σε σύγκρουση (με τον άλλον)
  1. 01 ζηλιάρης
  2. 02 ζήλια