14 αποτελέσματα για «嬉»

嬉しい うれしい

επίθετο

  1. 01 χαρούμενος, ευχαριστημένος, ευτυχής, ενθουσιασμένος
  2. 02 ευχάριστος, απολαυστικός, ικανοποιητικός
嬉々 きき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χαρούμενος, ευδιάθετος, γεμάτος χαρά
嬉し涙 うれしなみだ

ουσιαστικό

  1. 01 δάκρυα χαράς
嬉しげ うれしげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαρούμενος, που φαίνεται ευτυχισμένος
嬉し泣き うれしなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δάκρυα χαράς, κλάμα από ευτυχία
嬉しいことに うれしいことに

άλλο

  1. 01 προς μεγάλη μου χαρά, ευτυχώς
嬉戯 きぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χοροπηδητό, παιχνιδιάρικη διάθεση, ξεφάντωμα, χαρούμενο παιχνίδι
嬉ション うれション

ουσιαστικό

  1. 01 ουρήθρα από ενθουσιασμό, ακούσια ούρηση λόγω μεγάλης χαράς
嬉遊曲 きゆうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ντιβερτιμέντο, ψυχαγωγικό μουσικό έργο, κασάτσιο
嬉笑 きしょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαρούμενο γέλιο
嬉しがる うれしがる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι χαρούμενος, δείχνω ευτυχισμένος, χαίρομαι
嬉しそう うれしそう

επίθετο

  1. 01 ευχάριστος, που φαίνεται χαρούμενος
嬉しがらせ うれしがらせ

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία, ανυπόκριτος έπαινος, εξύμνηση
  1. 01 χαρούμενος
  2. 02 ικανοποιημένος
  3. 03 χαίρομαι