7 αποτελέσματα για «孕»

孕む はらむ

ρήμα

  1. 01 συλλαμβάνω, μένω έγκυος
  2. 02 γεμίζω (π.χ. πανιά που φουσκώνουν από τον άνεμο), διογκώνομαι
  3. 03 περιέχω (αντίφαση, κίνδυνο κ.λπ.), επωάζω (πρόβλημα, συνέπειες κ.λπ.), συνεπάγομαι (π.χ. ρίσκο)
  4. 04 φουσκώνω και ωριμάζω (για στάχυ, καρπό, βλαστό κ.λπ.)
孕み女 はらみおんな

ουσιαστικό

  1. 01 έγκυος γυναίκα
孕み はらみ

ουσιαστικό

  1. 01 σύλληψη, εγκυμοσύνη
孕み箸 はらみばし

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρά ξυλάκια φαγητού με και τις δύο άκρες εξίσου λεπτές
孕婦 ようふ

ουσιαστικό

  1. 01 έγκυος γυναίκα
孕ませ はらませ

ουσιαστικό

  1. 01 γονιμοποίηση, σύλληψη
  2. 02 φετίχ γονιμοποίησης
  1. 01 μένω έγκυος