9 αποτελέσματα για «孵»

孵化 ふか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκόλαψη, επώαση
孵る かえる

ρήμα

  1. 01 εκκολάπτομαι
孵す かえす

ρήμα

  1. 01 εκκολάπτω, επωάζω
孵卵器 ふらんき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκολαπτήριο
孵化器 ふかき

ουσιαστικό

  1. 01 εκκολαπτήριο
孵化場 ふかじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκολαπτήριο
孵卵 ふらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκόλαψη
孵化用卵 ふかようらん

ουσιαστικό

  1. 01 αυγό εκκόλαψης
  1. 01 εκκολάπτομαι
  2. 02 επωάζω