14 αποτελέσματα για «宛»
宛 ずつ
επίθημα
- 01 ανά τεμάχιο, έκαστος
- 02 ανά φορά, τμηματικά
宛てる あてる N3
ρήμα
- 01 απευθύνω
宛名 あてな N2
ουσιαστικό
- 01 όνομα και διεύθυνση (σε φάκελο, κ.λπ.), όνομα παραλήπτη, παραλήπτης
宛がう あてがう
ρήμα
- 01 διαθέτω, αναθέτω, κατανέμω
- 02 δίνω, παρέχω, προμηθεύω (με)
- 03 εφαρμόζω, προσαρμόζω, στερεώνω
宛先 あてさき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση, προορισμός
宛名書き あてながき
ουσιαστικό
- 01 αναγραφή διεύθυνσης (π.χ. το γράψιμο μιας διεύθυνσης πάνω σε έναν φάκελο)
宛然 えんぜん
άλλο, επίρρημα
- 01 σαν να, ακριβώς το ίδιο
宛ら さながら
επίρρημα, επίθημα
- 01 ακριβώς όπως, ολόιδια με, σαν να, σαν να ήταν
- 02 κάνω ολόιδια με, είμαι στην ουσία όπως, σαν να ήταν
宛い あてがい
ουσιαστικό
- 01 κατανομή, διάθεση
- 02 διευθέτηση, ρύθμιση
宛所 あてどころ
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση (επιστολής, δέματος κ.λπ.), προορισμός
宛転 えんてん
άλλο, επίρρημα
- 01 εύγλωττος, άνετος, εύρυθμος, ηχηρός, επιδέξιος, χαρισματικός
- 02 καλλίγραμμος (για φρύδια)
宛書 あてがき
ουσιαστικό
- 01 όνομα και διεύθυνση παραλήπτη, ταχυδρομική διεύθυνση
宛先アドレス あてさきアドレス
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση προορισμού
宛
- 01 διεύθυνση, παραλήπτης
- 02 ακριβώς όπως
- 03 ευτυχώς