21 αποτελέσματα για «寡»

寡黙 かもく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λιγομίλητος, σιωπηλός, εσωστρεφής, φειδωλός στα λόγια, απόμακρος
寡婦 かふ

ουσιαστικό

  1. 01 χήρα, διαζευγμένη γυναίκα που δεν έχει ξαναπαντρευτεί, ανύπαντρη γυναίκα
寡聞 かぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγομαθής, ελλιπώς ενημερωμένος
寡兵 かへい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή στρατιωτική δύναμη
寡占 かせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολιγοπώλιο, έλεγχος μιας αγοράς
寡言 かげん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ολιγολογία, σιωπηλότητα
寡勢 かぜい

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγάριθμη στρατιωτική δύναμη, αριθμητικά κατώτερη δύναμη
寡作 かさく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ολιγογράφος (συγγραφέας, καλλιτέχνης κ.λπ.)

ουσιαστικό

  1. 01 μειοψηφία, μικρός αριθμός
  2. 02 ανύπαντρο άτομο, χήρα, χήρος
寡少 かしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά λίγος, υπερβολικά ελάχιστος, ανεπαρκής, ευτελής, ασήμαντος
寡欲 かよく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ολιγοφροσύνη, έλλειψη εγωισμού, περιορισμένη επιθυμία για υλικά αγαθά
寡頭政治 かとうせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγαρχία
寡頭制 かとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγαρχία
寡人 かじん

αντωνυμία

  1. 01 εγώ
寡居 かきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χήρα
寡夫 かふ

ουσιαστικό

  1. 01 χήρος
寡男 やもお

ουσιαστικό

  1. 01 χήρος
寡産 かさん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή γονιμότητα
寡占価格 かせんかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή ολιγοπωλίου, ολιγοπωλιακή τιμή
寡頭 かとう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός αριθμός ατόμων