35 αποτελέσματα για «審»

審査 しんさ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρίση, επιθεώρηση, εξέταση, διερεύνηση, επανεξέταση
審判 しんぱん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρίση, απόφαση, ετυμηγορία, καταδίκη
  2. 02 διαιτησία, κρίση
  3. 03 κρίση (του Θεού)
  4. 04 διαιτητής, κριτής
審査員 しんさいん

ουσιαστικό

  1. 01 εξεταστής, κριτής
審議 しんぎ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση, συζήτηση, εξέταση
審問 しんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δίκη, ακρόαση, έρευνα, εξέταση, ανάκριση
審理 しんり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δίκη, ακροαματική διαδικασία
審美眼 しんびがん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητική αντίληψη, αισθητήριο του ωραίου, κριτήριο για την ομορφιά
審議会 しんぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο (διαβουλευτικό, γνωμοδοτικό), εξεταστική επιτροπή
審判役 しんぱんやく

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής
審判者 しんぱんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κριτής, διαιτητής
審議官 しんぎかん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός υφυπουργός, αναπληρωτής γενικός διευθυντής, σύμβουλος
審美的 しんびてき

επίθετο

  1. 01 αισθητικός
審判員 しんぱんいん

ουσιαστικό

  1. 01 διαιτητής, επόπτης
審判の日 しんぱんのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Ημέρα της Κρίσης (όπως περιγράφεται στη χριστιανική παράδοση)
審査官 しんさかん

ουσιαστικό

  1. 01 εξεταστής (π.χ. εξεταστής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας)
審美 しんび

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητική εκτίμηση
審神者 さにわ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που κρίνει ποια θεότητα ή πνεύμα έχει καταλάβει το σώμα μιας μίκο (ιερή υπηρέτρια του ναού)
審議入り しんぎいり

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη συζήτησης (π.χ. στο κοινοβούλιο)
審判長 しんぱんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιδιαιτητής, επικεφαλής κριτής
審判官 しんぱんかん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητικός δικαστής, εξεταστής προσφυγών (π.χ. σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας)