31 αποτελέσματα για «寿»
寿命 じゅみょう N2
ουσιαστικό
- 01 διάρκεια ζωής, ζωή, προσδόκιμο ζωής
- 02 διάρκεια ζωής (μπαταρίας, λαμπτήρα κ.λπ.), ωφέλιμη ζωή, τέλος της (ωφέλιμης) ζωής ενός αντικειμένου
寿司 すし
ουσιαστικό
- 01 σούσι, ποικιλία πιάτων που παρασκευάζονται με ξυδάτο ρύζι σε συνδυασμό με ψάρι, λαχανικά, αυγό κ.ά.
寿 ことぶき
ουσιαστικό
- 01 συγχαρητήρια, ευχές
- 02 μακροζωία, μεγάλη διάρκεια ζωής
寿司屋 すしや
ουσιαστικό
- 01 σουσιτζίδικο, εστιατόριο σούσι, μπαρ σούσι
寿命を縮める じゅみょうをちぢめる
άλλο, ρήμα
- 01 συντομεύω τη διάρκεια της ζωής κάποιου
寿 じゅ
ουσιαστικό
- 01 ηλικία, έτη
- 02 μακροζωία, μακρύς βίος
- 03 συγχαρητήρια, εορτασμός, δώρο συγχαρητηρίων
寿ぐ ことほぐ
ρήμα
- 01 συγχαίρω, εύχομαι τα δέοντα, εορτάζω
寿退社 ことぶきたいしゃ
ουσιαστικό
- 01 παραίτηση από την εργασία λόγω γάμου (για γυναίκα)
寿命を延ばす じゅみょうをのばす
άλλο, ρήμα
- 01 παρατείνω τη ζωή κάποιου
寿限無 じゅげむ
ουσιαστικό
- 01 Τζουγκέμου (ιαπωνικό παραμύθι)
寿永 じゅえい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Τζουέι (27 Μαΐου 1182 - 16 Απριλίου 1184)
寿老人 じゅろうじん
ουσιαστικό
- 01 θεός της μακροζωίας
寿く ことぶく
ρήμα
- 01 συγχαίρω, εύχομαι τα καλύτερα
寿福 じゅふく
ουσιαστικό
- 01 μακροζωία και ευτυχία
寿司飯 すしめし
ουσιαστικό
- 01 ρύζι καρυκευμένο με ξύδι, ζάχαρη και αλάτι, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούσι, ρύζι σούσι
寿司の具 すしのぐ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 υλικά για σούσι
寿齢 じゅれい
ουσιαστικό
- 01 μακροζωία, ηλικία, ζωή
寿像 じゅぞう
ουσιαστικό
- 01 άγαλμα (ζωντανού προσώπου)
寿府 ジュネーブ
ουσιαστικό
- 01 Γενεύη
寿賀 じゅが
ουσιαστικό
- 01 εορτασμός μακροζωίας, ειδικότερα για τα 61α, τα 77α και τα 88α γενέθλια