21 αποτελέσματα για «尋»

尋ねる たずねる N4

ρήμα

  1. 01 ρωτώ, ερωτώ, ζητώ πληροφορίες
  2. 02 ψάχνω, αναζητώ, εξετάζω, ερευνώ, διερευνώ
尋常 じんじょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοινός, συνηθισμένος
尋問 じんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάκριση, εξέταση, εξέταση μάρτυρα
ひろ

ουσιαστικό

  1. 01 οργυιά (μονάδα μέτρησης βάθους)
尋ね人 たずねびと

ουσιαστικό

  1. 01 αγνοούμενος, καταζητούμενος
尋ね たずね

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση, διερεύνηση, ρωτήματα
尋常一様 じんじょういちよう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος, κοινός, μέτριος
尋ね出す たずねだす

ρήμα

  1. 01 εντοπίζω, ανακαλύπτω, αναζητώ και βρίσκω
尋常小学校 じんじょうしょうがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό σχολείο (στην Ιαπωνία· 1886-1941), πρωτοβάθμιο σχολείο
尋ね求める たずねもとめる

ρήμα

  1. 01 αναζητώ
尋常性白斑 じんじょうせいはくはん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοπάθεια, κοινή λεύκη
尋常茶飯 じんじょうさはん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καθημερινό φαινόμενο, κοινότοπο γεγονός της ζωής, τίποτα το ασυνήθιστο
尋ね物 たずねもの

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο που αναζητείται, χαμένο αντικείμενο
尋ね者 たずねもの

ουσιαστικό

  1. 01 καταζητούμενο πρόσωπο
尋問調書 じんもんちょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτικό ανάκρισης (υπόπτου, μάρτυρα, κ.λπ.), αρχείο εξέτασης
尋ぬ たずぬ

ρήμα

  1. 01 ρωτώ, ερωτώ, ζητώ πληροφορίες
  2. 02 ψάχνω, αναζητώ, εξετάζω, ερευνώ
尋常性ざ瘡 じんじょうせいざそう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή ακμή, ακμή
尋常性狼瘡 じんじょうせいろうそう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό λύκο
尋常性乾癬 じんじょうせいかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή ψωρίαση, ψωρίαση κατά πλάκας
尋常ならざる じんじょうならざる

άλλο

  1. 01 ασυνήθιστος, εξαιρετικός, μη κοινός, ανώμαλος