19 αποτελέσματα για «屁»

屁理屈 へりくつ

ουσιαστικό

  1. 01 σοφιστεία, λογικοφανές επιχείρημα, τραβηγμένο επιχείρημα, λογοπαίγνιο, ανούσια ένσταση, επιχειρηματολογία για χάρη της επιχειρηματολογίας

ουσιαστικό

  1. 01 κλανιά, αέρια, αέρας
  2. 02 άχρηστο πράγμα, ασήμαντο πράγμα
屁でもない へでもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασήμαντος, μηδαμινός, δεν με απασχολεί καθόλου (κυριολεκτικά: δεν είναι ούτε κλανιά)
屁をこく へをこく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αερίζομαι, κλάνω
屁の河童 へのかっぱ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι εύκολο, παιχνιδάκι
屁とも思わない へともおもわない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν δίνω δεκάρα, δεν νοιάζομαι καθόλου
屁をひる へをひる

ρήμα, άλλο

  1. 01 αερίζομαι, κλάνω
屁理屈屋 へりくつや

ουσιαστικό

  1. 01 σοφιστής, άνθρωπος που αναζητά δικαιολογίες, μικρολόγος
屁負い比丘尼 へおいびくに

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια που προσλαμβανόταν για να αναλαμβάνει την ευθύνη για τα αέρια μιας ευγενούς
屁放き へこき

ουσιαστικό

  1. 01 χεσίδης, αερίζων
  2. 02 το κλάσιμο, ο αερισμός
屁っ放り へっぴり

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστο άτομο, ανάξιο άτομο
  2. 02 κλάνιος, αεριζόμενος
屁糞葛 へくそかずら

ουσιαστικό

  1. 01 χεκουσοκαζούρα (Paederia foetida), δύσοσμη αναρριχητική αναρριχώμενο φυτό, κινεζική αμπελόκλημα του πυρετού
屁っ放り虫 へっぴりむし

ουσιαστικό

  1. 01 βομβαρδιστής σκαθάρι (ειδικότερα το είδος Pheropsophus jessoensis)
  2. 02 βρωμοῦσα
屁放き虫 へこきむし

ουσιαστικό

  1. 01 βρωμούσα (ειδικότερα το σκαθάρι βομβαρδιστής), κοινή βρωμούσα
屁と火事はもとから騒ぐ へとかじはもとからさわぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 συχνά αυτός που προκαλεί το πρόβλημα είναι που διαμαρτύρεται πιο δυνατά, όποιος το μύρισε αυτός το έκανε
屁をひって尻窄め へをひってしりつぼめ

άλλο

  1. 01 κατόπιν εορτής, μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, σφίξιμο των γλουτών αφού έχεις αεριστεί
屁の突っ張りにもならない へのつっぱりにもならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 εντελώς άχρηστος, για πέταμα, μηδαμινής αξίας
屁放男 へっぴりおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 αεριζόμενος γελωτοποιός (περίοδος Έντο), αυτός που βγάζει αέρια για διασκέδαση
  1. 01 κλανιά
  2. 02 αφήνω αέρια