50 αποτελέσματα για «屋»
屋 や
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 κατάστημα, μαγαζί, εστιατόριο
- 02 κάποιος που πουλάει (κάτι) ή εργάζεται ως (κάτι)
- 03 κάποιος με (συγκεκριμένο) χαρακτηριστικό προσωπικότητας
- 04 σπίτι
- 05 στέγη
屋根 やね N3
ουσιαστικό
- 01 στέγη
屋敷 やしき N1
ουσιαστικό
- 01 κατοικία, κτήμα, χώροι, εγκαταστάσεις, έπαυλη, μέγαρο
屋上 おくじょう N4
ουσιαστικό
- 01 ταράτσα
屋台 やたい
ουσιαστικό
- 01 χειράμαξα (ειδικά για πώληση φαγητού), πάγκος, υπαίθριος πάγκος
- 02 εορταστικό άρμα, φορητό ιερό αφιερωμένο σε θεότητα με σχήμα οικήματος, εξέδρα χορού
- 03 σκηνικό αντικείμενο κατασκευασμένο με τη μορφή μεγάλου κτιρίου
- 04 σκελετός (κτιρίου), θεμέλιο
- 05 σπίτι (ειδικά ένα μικρό και άθλιο)
屋内 おくない
ουσιαστικό
- 01 σε εσωτερικό χώρο
屋外 おくがい N2
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριος χώρος, έξω
屋根裏 やねうら
ουσιαστικό
- 01 σοφίτα, πατάρι
屋根裏部屋 やねうらべや
ουσιαστικό
- 01 σοφίτα, δώμα, πατάρι
屋号 やごう
ουσιαστικό
- 01 εμπορική επωνυμία, διακριτικός τίτλος καταστήματος (ιδιαίτερα ατομικής επιχείρησης)
- 02 καλλιτεχνικό όνομα (π.χ. ηθοποιού)
屋台骨 やたいぼね
ουσιαστικό
- 01 σκελετός (κτιρίου), θεμέλιο
- 02 στύλος, στήριγμα, υποστηρικτής, περιουσία
屋根瓦 やねがわら
ουσιαστικό
- 01 κεραμίδι στέγης
屋敷町 やしきまち
ουσιαστικό
- 01 συνοικία κατοικιών
屋内プール おくないプール
ουσιαστικό
- 01 κλειστή πισίνα
屋形船 やかたぶね
ουσιαστικό
- 01 πλωτό σπίτι, σκάφος αναψυχής (μεγάλο, στεγασμένο)
屋上庭園 おくじょうていえん
ουσιαστικό
- 01 ταρατσόκηπος, κήπος στην ταράτσα
屋根に上がる やねにあがる
άλλο, ρήμα
- 01 ανεβαίνω στη στέγη
屋台店 やたいみせ
ουσιαστικό
- 01 υπαίθριος πάγκος, μικρό κιόσκι
屋 おく
ουσιαστικό
- 01 σπίτι, κτίριο
- 02 στέγη
屋根板 やねいた
ουσιαστικό
- 01 κεραμίδι, πλακίδιο στέγης